γαμψός


γαμψός
[гампсос] εκ. крючковатый, искривленный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γαμψός" в других словарях:

  • γαμψός — curved masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψός — ή, ό (AM γαμψός, ή, όν) κυρτός, αγκυλωτός αρχ. (για πτηνά) ο γαμψώνυχος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με το γνάμπτω* «κάμπτω, λυγίζω». Το απλό γαμψός προήλθε κατ απόσπαση από το αρχαϊκό σύνθετο γαμψώνυξ < *γναμψωνυξ (πρβλ. και λειψός < λειψόθριξ …   Dictionary of Greek

  • γαμψός — ή, ό ο κυρτός, ο καμπύλος: Έχει γαμψή μύτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαμψά — γαμψός curved neut nom/voc/acc pl γαμψά̱ , γαμψός curved fem nom/voc/acc dual γαμψά̱ , γαμψός curved fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψῶν — γαμψός curved fem gen pl γαμψός curved masc/neut gen pl γαμψόω make curved pres part act masc voc sg (doric aeolic) γαμψόω make curved pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) γαμψόω make curved pres part act masc nom sg γαμψόω make… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψόν — γαμψός curved masc acc sg γαμψός curved neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψοτέρους — γαμψός curved masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψοῖο — γαμψός curved masc/neut gen sg (epic) γαμψόω make curved pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψοῖς — γαμψός curved masc/neut dat pl γαμψόω make curved pres opt act 2nd sg γαμψόω make curved pres subj act 2nd sg γαμψόω make curved pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψοί — γαμψός curved masc nom/voc pl γαμψόω make curved pres subj mp 2nd sg γαμψόω make curved pres ind mp 2nd sg γαμψόω make curved pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)